Ο ΤΥΧΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΕΛ ΝΤΟΥΝΤΑΪ

(dharmaraksita) #1

διάβαζε κάτι. Ακουγόταν απ’ τη μεριά του ένας ακαταλαβίστικος
ψίθυρος. Σε μια γωνιά του τζαμιού, στα δεξιά του, πρόσεξε έναν άλλο
άντρα που έδειχνε να κοιμάται του καλού καιρού. Το δάπεδο του τζαμιού
ήταν στρωμένο με παλιοκαιρίσια, τριμμένα και ξεφτισμένα σε πολλά
σημεία χαλιά. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν χρώματα, παρά μόνον όπου
έπεφταν μαζεμένες ακτίνες του ήλιου, από τα μικρά παράθυρα, που
μοιάζανε περισσότερο με φεγγίτες. Προχώρησε πατώντας στις μύτες των
ποδιών προς τον άνδρα που καθόταν εμπρός απ’ το μιχράμπ. Πράγματι
διάβαζε από ένα βιβλίο, στεριωμένο σε αναλόγι. Πλησίασε και σιωπηλά
κάθισε στα γόνατα δίπλα του. Έλπιζε, πως κάποια στιγμή θα τελείωνε η
ανάγνωση ή επιτέλους θα τον πρόσεχε. Έτσι κι έγινε. Ο άνδρας έκλεισε
το βιβλίο και ήρεμα έστρεψε το βλέμμα προς τον Μίχαελ. Ήταν ένας
γερασμένος άνθρωπος απροσδιόριστης ηλικίας. Το κεφάλι σκεπασμένο
με την καφίγια που συνηθίζουν οι Παλαιστίνιοι χωρικοί. « Σαλαάμ
αλάικουμ
»^1 ήταν τα λόγια που απεύθυνε μ’ ένα μειδίαμα εγκαρδιότητας
στον Μίχαελ. Γρήγορα κατάλαβαν και οι δυο, πως με λέξεις δεν θα
μπορούσαν να συνεννοηθούν αναμεταξύ τους. Ο Σεΐχης Ισμαήλ Αμπού
Σάλεχ εκτός από αραβικά, δε γνώριζε άλλη γλώσσα. Τόσα χρόνια, όσο
διαρκούσε η κατοχή της Δυτικής ́Οχθης, ζωντας σε τούτο το απόμερο
χωριουδάκι, δεν του χρειάσθηκε να μάθει, έστω κάποιες λέξεις εβραϊκά.
Ο Μίχαελ γνώριζε μετρημένες αραβικές λέξεις, που δεν ήταν ικανές να
στήσουν γέφυρα συνεννόησης μεταξύ τους. Τα αγγλικά, τα εβραϊκά και
τα ισπανικά του, αποδείχθηκαν άχρηστα εκείνο το μεσημέρι. Απάντησε
στον χαιρετισμό του Άραβα με το « αλάικουμ σαλαάμ » κι ένα χαμόγελο
ανακούφισης. Αισθανόταν μέσα του, πως ήταν καλοδεχούμενος, δεν τον
έβλεπε ο ηλικιωμένος σαν εχθρό. Ο Σεΐχης σηκώθηκε με αξιοπρόσεκτη
ευλυγισία για την ηλικία του και έτεινε το δεξί χέρι στον επισκέπτη. Ο
Μίχαελ διαπίστωσε ότι είχε ανάγκη την βοήθεια που του προτάθηκε γιατί
τα πόδια του είχαν μουδιάσει σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσαν να
κρατήσουν το σώμα. Βγήκαν απ’ το τζαμί. Μπροστά πήγαινε ο γέροντας
κι ακολουθούσε ο Μίχαελ. Μπήκαν στο χαμηλό σπίτι, κολλητά στο τζαμί,
σπρώχνοντας μια ξύλινη πόρτα, που έτριξε. Ευχάριστη δροσιά και γλυκό
φως από τα μικρά παράθυρα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα κόπιασε να
καλωσορίσει τον ξένο. Οι τρόποι της μονάχα χαρά έδειχναν. Με λόγια
που ο Μίχαελ δεν καταλάβαινε και περισσότερες κινήσεις των χεριών,
του έδειξε μια γωνιά να καθίσει. Πίσω από το μακρύ της φόρεμα ,


(^1) Είναι ο χαιρετισμός που απευθύνουν οι Μουσουλμάνοι σε όλο τον κόσμο και σημαίνει ό,τι και το ευαγγελικό
«ειρήνη υμίν».

Free download pdf