Ο ΤΥΧΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΕΛ ΝΤΟΥΝΤΑΪ

(dharmaraksita) #1

και την αρμύρα του καϋμού του νόστου. Αγόρασε καμιά εικοσιπενταριά
πρόβατα και να συγύρισε το ερειπωμένο καλύβι στο χωραφάκι με τα
λιόδεντρα, που είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του. Όταν έφτασε στο
χωριό βρήκε ρημαγμένα από την εγκατάλειψη. Οι ελιές, παρατημένες
καθώς ήταν, έδιναν την εντύπωση πως κλαίγανε ασταμάτητα από
ντροπή, μη αντέχοντας τον αγέρωχο τρόπο που τις προσπερνούσε ο
χρόνος. Παρόλα αυτά, οι καημενούλες, συνέχιζαν να δίνουν καρπό,
μικρούτσικο και λιγοστό, μα ήταν καρπός ελιάς, ευλογημένος. Τη μάνα
του δεν την πρόφτασε ζωντανή. Ήτανε ώρες, που τούτο το ντέρτι
γινότανε καρφί μέσα του και τον μάτωνε πικρά....Οι αδελφές του είχαν
παντρευτεί. Η μεγαλύτερη στην κοντινή Ραμάλα, η μεσαία σ’ ένα χωριό
της Ναμπλούς και η πιο μικρή, ακολούθησε τον άντρα της στην Αλ
Κουντςv
, όπου έλπιζαν να βρουν καλύτερητύχη.
Στο Ντεΐρ Καντίς ο Ισμαήλ και η γυναίκα του η Μάριαμ πλήθυναν
την οικογένειά τους ανασταίνοντας κι άλλα παιδιά. Τον Μουσταφά, τη
Χατίτζα, την Φάτιμα και τον Αλή Μοχάμεντ. Τα παιδιά μεγάλωσαν και
πρόκοψαν. Από το σπίτι τους έλειπε το χρυσάφι και το ασήμι. Αλλά η
αγάπη, περίσσευε με το παραπάνω και ήταν ο πλούτος ολωνών, μα πιο
πολύ των παιδιών, που γεύονταν απλόχερα τη θέρμη της, κι από τους δυο
γονείς. Επί πλέον ο πατέρας στάλαζε στην ψυχή τους, όσα ο ίδιος είχε
μάθει ενόσω ζούσε στο Χαλέπι, μαθητεύοντας επί χρόνια πλάι στο Σεΐχη
του, ενώ συνάμα τους ενθάρρυνε με κάθε τρόπο να μάθουν γράμματα.
Τώρα στο χωριό έμενε μονάχα ο πρωτότοκος Αχμέντ και η μικρότερη
θυγατέρα, η Φάτιμα, παντρεμένη μ’ ένα ντόπιο παλικάρι. Ο Μουσταφά,
που είχε γίνει σπουδαίος τεχνίτης ηλεκτρολόγος, η Χατίτζα, που είχε
σπουδάσει δασκάλα και το στερνοπαίδι, ο Αλή Μοχάμεντ, που είχε γίνει
γιατρός, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα και πήραν το δρόμο
της προσφυγιάς.


Ο Ισμαήλ Αμπού Σάλεχ πριν γυρίσει στο χωριό είχε αξιωθεί να
γίνει Σεΐχης στην ταρίκα των Ριφαήδων. Τόσα χρόνια, αφότου
εγκαταστάθηκε στον γενέθλιο τόπο, κανένας δεν τον είχε ακούσει να
μιλάει γι’ αυτό. Οι περισσότεροι μάλιστα, το αγνοούσαν κιόλας. Δεν
υπήρχε χωριανός, ηλικιωμένος ή νέος, που έστω μια φορά, να μην άκουσε
έναν καλό λόγο από το στόμα του Σεΐχ Ισμαήλ, τη δύσκολη ώρα που τον
είχε ανάγκη. Σε μεγάλες πίκρες και δοκιμασίες τους οι συμβουλές που
έδινε ο Ισμαήλ ήταν το σερμπέτι, που γλύκαινε τις ψυχές τους. Πολλοί
ήταν σε θέση να μαρτυρήσουν, πως με την ευχή του Σεΐχη , ο πόνος

Free download pdf